HHG
HYGEIA Hospital
METROPOLITAN HOSPITAL
ΜΗΤΕΡΑ
METROPOLITAN GENERAL
ΛΗΤΩ Μαιευτικό, Γυναικολογικό & Χειρουργικό Κέντρο
Creta InterClinic – Ιδιωτική Κλινική | Διαγνωστικό Κέντρο
AlfaLab | Kέντρο Μοριακής Βιολογίας & Κυτταρογενετικής
Y-Logimed Α.Ε.

Παθολογία

Η λέπρα στην εποχή μας

Η λέπρα, ή νόσος του Hansen όπως είναι γνωστή στην ιατρική κοινότητα, είναι μία από τις αρχαιότερα καταγεγραμμένες ασθένειες και είναι συνδεδεμένη με το κοινωνικό στίγμα και τον αποκλεισμό, όπως μας θύμισε η φετινή τηλεοπτική σειρά «Το Νησί». Ποια είναι, όμως, τα χαρακτηριστικά της νόσου, πώς αντιμετωπίζεται και πόσο μας απειλεί σήμερα;

Γράφει ο
Χρήστος Κοσμίδης
Παθολόγος Λοιμωξιολόγος ΥΓΕΙΑ

Η λέπρα, ή νόσος του Hansen, είναι μία νόσος που προσβάλλει κυρίως το δέρμα και τα νεύρα που βρίσκονται κάτω από αυτό και μπορεί, αν δε θεραπευτεί, να οδηγήσει σε παραμορφώσεις. Προκαλείται από το μυκοβακτηρίδιο της λέπρας, ένα μικρόβιο που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το μικρόβιο που προκαλεί τη φυματίωση, αν και η μεταδοτικότητά του είναι αρκετά μικρότερη από αυτήν της φυματίωσης. Η ετυμολογία της λέπρας σχετίζεται με τις λέξεις λέπι και λεπίδα, οι οποίες αφορούν στο ξεφλούδισμα του δέρματος που προκαλεί η νόσος. Πρόκειται για μία πάθηση που είναι γνωστή από τους αρχαίους χρόνους και στο παρελθόν προκαλούσε κοινωνικό στιγματισμό.

Συμπτώματα και θεραπεία

Το πρώτο σύμπτωμα της λέπρας είναι η εμφάνιση μιας ή περισσότερων κηλίδων στο δέρμα, και κυρίως στις εκτεθειμένες περιοχές όπως τα χέρια και το πρόσωπο. Σε άτομα με ανοιχτόχρωμο δέρμα συνήθως έχουν ερυθρό χρώμα, ενώ σε άτομα με σκουρόχρωμο δέρμα μπορεί να είναι πιο ανοιχτόχρωμες. Οι κηλίδες αυτές αυξάνονται πολύ αργά, αλλά στη συνέχεια προσβάλλουν και τα νεύρα που βρίσκονται κάτω από το δέρμα, με αποτέλεσμα να χάνεται η αισθητικότητα και γι’ αυτό δεν πονάει ο ασθενής. Επίσης, μπορεί σταδιακά να εμφανιστούν διογκώσεις στο δέρμα, που τελικά καταλήγουν σε παραμορφώσεις. Αν δε δοθεί θεραπεία, οι βλάβες αυξάνονται και μπορεί να οδηγήσουν σε μολύνσεις, ακρωτηριασμούς, τύφλωση και σε άλλες επιπλοκές.
Η διάγνωση της λέπρας γίνεται με βιοψία του δέρματος. Εδώ και αρκετές δεκαετίες υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία. Τα φάρμακα που κυρίως χρησιμοποιούνται είναι η δαψόνη, η ριφαμπικίνη και η κλοφαζιμίνη, σε συνδυασμούς, συνήθως για αρκετούς μήνες ή και χρόνια. Με σωστή παρακολούθηση, και εφόσον ο ασθενής παίρνει τα φάρμακά του, η νόσος θεραπεύεται αποτελεσματικά.

Όταν εμφανιστεί περίπτωση λέπρας, δε χρειάζεται να ληφθούν κάποια μέτρα, εφόσον δε θεωρείται ιδιαίτερα μεταδοτική νόσος. Επίσης, δεν υπάρχει κάποια εξέταση που μπορεί να κάνει κάποιος για να καταλάβει αν έχει μολυνθεί. Συνιστάται όμως παρακολούθηση των ατόμων που έρχονται σε στενή επαφή με τον ασθενή, δηλαδή για παράδειγμα όσων διαμένουν στο ίδιο σπίτι με αυτόν, για εμφάνιση συμπτωμάτων λέπρας.

Η λέπρα δεν είναι ιδιαίτερα μεταδοτική και ο τρόπος μετάδοσής της δεν είναι απολύτως γνωστός. Πιθανολογείται ότι γίνεται μέσω της αναπνευστικής οδού, και κυρίως με τις εκκρίσεις της μύτης, αν και είναι πιθανό να μεταδοθεί και έπειτα από επαφή με το δέρμα ατόμου που πάσχει. Ειδικά όταν υπάρχουν τραυματισμοί στο δέρμα, διευκολύνεται η είσοδος του μικροβίου. Πάντως, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η πλειονότητα των ατόμων, περίπου 95%, που μολύνονται από το μικρόβιο δεν εκδηλώνει τη νόσο, ενώ μόνο το 5% του πληθυσμού έχει κάποια προδιάθεση να εμφανίσει τα συμπτώματα.

Η λέπρα σήμερα

Αν και υπάρχει η εντύπωση ότι η λέπρα είναι νόσος μιας παλαιότερης εποχής, που έχει πλέον εξαφανιστεί, στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλές χιλιάδες νέα κρούσματα παγκοσμίως. Η συγκεκριμένη ασθένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται σε αρκετές, κυρίως αναπτυσσόμενες, χώρες του κόσμου. Οι περισσότερες περιπτώσεις προέρχονται από τη Βραζιλία και την Ινδία, όπου νοσεί πάνω από ένα άτομο ανά 10 χιλιάδες κατοίκους. Στις ανεπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, δε γίνεται πραγματική καταγραφή των περιστατικών κι έτσι δεν μπορούμε να έχουμε σαφή εικόνα για την έκταση της νόσου.

Είναι πάντως πολύ πιθανό να υπάρχουν περιπτώσεις λέπρας, με δεδομένο ότι πρόκειται για μία νόσο που εκδηλώνεται πολύ αργά και περνούν αρκετά χρόνια από τη μόλυνση μέχρι να εμφανιστούν συμπτώματα. Άτομα που έχουν ζήσει αρκετό διάστημα σε χώρες όπου ενδημεί η λέπρα, όπως και στενοί συγγενείς τους, είναι πιο πιθανό να νοσήσουν. Επιπλέον, μεταξύ του μεγάλου αριθμού μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα είναι βέβαιο ότι θα υπάρχουν και άτομα που πάσχουν από λέπρα.

Συμπερασματικά, αν και έχει περιοριστεί σημαντικά, η λέπρα δεν έχει πλήρως εξαφανιστεί. Μεμονωμένες περιπτώσεις είναι πιθανό να συνεχίσουν να εμφανίζονται, όμως είναι καθησυχαστικό ότι πρόκειται για μία νόσο με μικρή μεταδοτικότητα και αποτελεσματική θεραπεία.

Η λέπρα είναι γνωστή από την αρχαιότητα, φαίνεται πως εμφανίστηκε αρχικά στην Ινδία και μεταδόθηκε στη συνέχεια στο δυτικό κόσμο. Στην Ευρώπη πιθανόν να μεταδόθηκε από τα ρωμαϊκά στρατεύματα. Εξαιτίας των ενδείξεων που υπήρχαν για τη μεταδοτικότητα της νόσου, καθιερώθηκαν μέτρα απομόνωσης των πασχόντων ήδη από το Μεσαίωνα. Οι πάσχοντες ήταν υποχρεωμένοι να φορούν άσπρα ρούχα και μεγάλα κουδούνια ώστε να ειδοποιούνται για την έλευσή τους οι υγιείς. Σε μεταγενέστερες εποχές, δημιουργήθηκαν τα λεπροκομεία ή λαζαρέτα. Από τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα η Νορβηγία μαστιζόταν από τη νόσο το 19ο αιώνα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την εντατική έρευνα σχετικά με το αίτιο της λέπρας και τελικά την ανακάλυψη του μικροβίου από το Νορβηγό Hansen.

Στην Ελλάδα υπήρχαν οικισμοί λεπρών, που αποκαλούνταν και μεσκηνιές, στα σύνορα των πόλεων. Το 1901, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η εξάπλωση της λέπρας, η Κρητική Πολιτεία θέσπισε την απομόνωση των λεπρών στο μικρό νησί της Σπιναλόγκας, στον κόλπο του Μιραμπέλου της Κρήτης. Είχε τότε υπολογιστεί ότι στην Κρήτη, επί συνόλου 320.000 κατοίκων, υπήρχαν 600 λεπροί. Σταδιακά μεταφέρθηκαν στο νησί πάσχοντες απ’ όλη την Ελλάδα, αλλά και από την Ευρώπη, και ο πληθυσμός έφτασε μέχρι τους 1.000 κατοίκους. Μετά την ανακάλυψη της θεραπείας για την ασθένεια, σταδιακά ελαττώθηκε ο πληθυσμός του νησιού και η Σπιναλόγκα έκλεισε το 1957. 

Απρίλιος 2011