HYGEIA Hospital
ΜΗΤΕΡΑ
Παίδων ΜΗΤΕΡΑ
ΛΗΤΩ Μαιευτικό, Γυναικολογικό & Χειρουργικό Κέντρο
Y-Logimed Α.Ε.
AlfaLab | Kέντρο Μοριακής Βιολογίας & Κυτταρογενετικής
Beatific® | Super-effective Anti-aging Skincare for Face - Eyes - Body

Γενική Ιατρική

Ευθανασία

Ο όρος ευθανασία απαντά κυρίως με τρεις έννοιες: του ήσυχου και εύκολου θανάτου, των μέσων με τα οποία επιτυγχάνεται αυτός και της πράξης με την οποία εξασφαλίζεται ήσυχος και εύκολος θάνατος.

Γράφει ο
Μιχαήλ Σέχας
Aγγειοχειρουργός
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Επίτιμος Διευθυντής Αγγειοχειρουργικής Κλινικής ΥΓΕΙΑ

Στην εποχή μας ο ορισμός αυτός αποδείχθηκε ανεπαρκής και έπρεπε σ? αυτόν να προστεθεί άλλη μία παράμετρος, άγνωστη μέχρι προ ολίγων δεκαετιών. Σήμερα ευθανασία ορίζεται κυρίως η προσφυγή σε διαδικασίες που επιτρέπουν να προκληθεί ανώδυνος θάνατος σε μία ανθρώπινη ύπαρξη που το επιθυμεί ή υποτίθεται ότι το επιθυμεί. Εδώ εμπλέκεται η ιατρική.

Η ιατρική από την εποχή του Ιπποκράτη έχει δύο στόχους: να καταπραΰνει ή να εξαλείφει τον πόνο και να επιβραδύνει το θάνατο όσο αυτό είναι δυνατό, πολλές φορές όμως αναγκάζεται να επιμηκύνει τη ζωή ενός αρρώστου που βασανίζεται από φοβερούς πόνους, ανθεκτικούς σε κάθε είδος καταπραϋντικής θεραπευτικής αγωγής.
Το θέμα της ευθανασίας είναι ακανθώδες και πολυσύνθετο. Εκτός από την καθαρά ιατρική του πλευρά, έχει επίσης λεπτές ηθικές, κοινωνικές και νομικές πτυχές.

Ο όρος ευθανασία χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της ιατρικής για πρώτη φορά από το Francis Bacon το 17ο αιώνα. Γίνεται αναφορά σε έναν εύκολο, ανώδυνο, ευτυχή θάνατο, όπου ήταν ευθύνη του γιατρού να απαλύνει τους «φυσικούς πόνους» του σώματος. Ο Bacon αναφέρεται σε μια «εξωτερική ευθανασία» σε αντιδιαστολή προς την «πνευματική» ευθανασία, η οποία απαιτεί την προετοιμασία της ψυχής.

Η ευθανασία διακρίνεται, αναλόγως του εάν ο θνήσκων δίνει τη συγκατάθεσή του, σε τρεις τύπους: την εκούσια, την ακούσια και τη μη εθελοντική (μη ηθελημένη). Υπάρχει ακόμη η μη εθελοντική ενεργός, η παθητική, η έμμεση και η ιατροϋποβοηθούμενη αυτοκτονία.

Στον Πίνακα I αναφέρεται η διεθνώς ισχύουσα ορολογία της ευθανασίας, η οποία έχει πολλές διατυπώσεις. Αυτή η πολλαπλότητα των όρων δημιουργεί δυσκολίες στην προσέγγιση και στην αντιμετώπιση του όλου προβλήματος. Πάντως, γενικά μπορεί να λεχθεί ότι η διάκριση αυτή των αναφερομένων όρων της ευθανασίας, γίνεται με βάση την πρόθεση του ιατρού, τη φύση της κρίσιμης πράξης και τη συγκατάθεση ή την απαίτηση του ασθενούς.

  • Εκούσια ενεργός. Είναι η σκόπιμη χορήγηση από το γιατρό φαρμακευτικών ουσιών ή η εφαρμογή άλλων ιατρικών πράξεων που οδηγούν στο θάνατο του ασθενούς. Για την πράξη αυτή απαιτείται ρητή απαίτηση και πλήρης θετική συγκατάθεση του ασθενούς.
  • Ακούσια ενεργός. Είναι η σκόπιμη χορήγηση από το γιατρό φαρμάκων ή η εφαρμογή άλλων ιατρικών πράξεων που οδηγούν στο θάνατο του ασθενούς. Ο ασθενής είναι διανοητικά ικανός, αλλά δεν υπάρχει εκ μέρους του ρητή απαίτηση και πλήρης συγκατάθεση. Ο ασθενής δε ρωτήθηκε αν θέλει να τερματίσει τη ζωή του.
  • Μη εθελοντική ενεργός. Στο πρώτο σκέλος είναι παρόμοια με τις δύο προηγούμενες. Όμως, ο ασθενής παρουσιάζει διανοητική έκπτωση (διανοητική αναπηρία) και κατά συνέπεια αδυνατεί ρητά να απαιτήσει το θάνατό του. Παράδειγμα είναι ο κωματώδης ασθενής.
  • Παθητική. Ορίζεται ως η διακοπή ή η απόσυρση μιας υποστηρικτικής για τη ζωή του ασθενούς θεραπευτικής αγωγής (π.χ. αναπνευστήρας) με αποτέλεσμα το θάνατό του. 
  • Έμμεση. Ορίζεται ως η χορήγηση ναρκωτικών ή άλλων φαρμακευτικών ουσιών για την ανακούφιση της συμπτωματολογίας του ασθενούς (π.χ. πόνου), που έχει όμως ως έμμεσο επακόλουθο τη βαθμιαία πρόκληση σοβαρού βαθμού καταστολής του αναπνευστικού του συστήματος και τελικά το θάνατό του. 
  • Ιατροϋποβοηθούμενη αυτοκτονία. Ο γιατρός, προβαίνοντας σε φαρμακευτικές ή άλλες παρεμβάσεις στον ασθενή, γνωρίζει συνειδητά ότι αυτός θα τις χρησιμοποιήσει για να τερματίσει τη ζωή του.

Η κριτική ανάλυση της ισχύουσας ονοματολογίας της ευθανασίας, καθώς εστιάζει στις αναφερόμενες θεμελιώδεις διαφορές των όρων της, οδηγεί σε ηθικές και νομικές επιπτώσεις ποικίλης σοβαρότητας. Για παράδειγμα, στην εκούσια ενεργό ευθανασία, η επίπτωση είναι πολύ σοβαρή, επειδή η πρόθεση τόσο του γιατρού όσο και του ασθενούς είναι ο τερματισμός της ζωής του τελευταίου.

Όταν ο γιατρός έχει την πρόθεση να τερματίσει τη ζωή του ασθενούς, αυτό έχει σοβαρό αντίκτυπο. Αντίθετα, στην παθητική ή έμμεση ευθανασία, οι επιπτώσεις φαίνεται ότι μετριάζονται, επειδή η πρόθεση του γιατρού είναι διαφορετική, όπως να ανακουφίσει το άλγος του ασθενούς, παρότι με τη χορήγηση του ναρκωτικού τον θανατώνει, ή να αποσύρει μία ενοχλητική και οδυνηρή για τον ασθενή θεραπευτική αγωγή ή μια συσκευή που διατηρεί τη ζωή, αλλά πιθανόν καταντά ανυπόφορη για τον άρρωστο.

Από την άλλη πλευρά, η κριτική επικέντρωση της προσοχής κυρίως στον ασθενή, δείχνει ότι π.χ. στην ακούσια ενεργό ευθανασία εκείνος είναι μεν διανοητικά ικανός και δύναται να συγκαταθέσει, αλλά αρνείται ή δεν ενημερώνεται και εντούτοις θανατώνεται, πολύ δε περισσότερο στη μη εθελοντική ενεργό ευθανασία, όπου ο ασθενής έχει πλήρη διανοητική έκπτωση και δεν είναι σε θέση να συγκαταθέσει.

Από τα παραδείγματα αυτά προκύπτει το συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα δίκτυο ορολογίας της ευθανασίας με ποικίλες νομικές και ηθικές επιπτώσεις ή ερμηνείες ή ακόμα και παλινωδίες.

Ιστορική αναδρομή
Παρότι η σύγχρονη περίοδος της διαμάχης για την ευθανασία αρχίζει το 1870, η εφαρμογή της ξεκίνησε από την αρχαιότητα. Το κώνειο χρησιμοποιούνταν για την επίσπευση του θανάτου στην Κέα και υποστηριζόταν από τον Σενέκα τον πρεσβύτερο, ενώ ο Ιπποκράτης ήταν σαφώς αντίθετος. Αντίθετοι επίσης ήταν τόσο ο Ιουδαϊσμός όσο και ο Χριστιανισμός, ενώ η αυτοκτονία και η ευθανασία ήταν πιο αποδεκτά από τον Προτεσταντισμό και κατά τον αιώνα του Διαφωτισμού. Άλλοι πολιτισμοί είχαν διάφορες απόψεις, όπως π.χ. στην Ιαπωνία, όπου η αυτοκτονία δεν θεωρούνταν αμάρτημα.

Το 1935 ιδρύθηκε στη Βρετανία η Εταιρεία Νομιμοποίησης της Εθελοντικής Ευθανασίας (σήμερα αποκαλείται Αξιοπρέπεια στο Θάνατο). Το 1936 δόθηκε στο θνήσκοντα βασιλέα της Αγγλίας, Γεώργιο Ε΄, μια θανατηφόρος δόση μορφίνης και κοκαΐνης με σκοπό την επίσπευση του θανάτου του. Ο βασιλεύς έπασχε από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια και η απόφαση για τερματισμό της ζωής ελήφθη από το γιατρό του, λόρδο Dawson. Το γεγονός αυτό παρέμεινε μυστικό επί περισσότερο από 50 χρόνια, αλλά ο θάνατος του Γεωργίου Ε΄ συμπίπτει με την κατάθεση στη Βουλή των Λόρδων νομοσχεδίου για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας.

Κατά τη δεκαετία 1880-1890 η ευθανασία ήταν προσφιλές θέμα διαλέξεων στα ιατρικά συνέδρια, αλλά και άρθρων του ιατρικού τύπου τόσο στην Αγγλία όσο και στις ΗΠΑ. Την επόμενη δεκαετία (1890-1900), στη διαμάχη αναμίχθηκαν οι νομικοί και οι κοινωνιολόγοι.

Οι διευθυντές σύνταξης του «Lancet» της εποχής εκείνης υποστήριζαν ότι η παθητική ή η έμμεση ευθανασία μπορεί να είναι ηθική και νόμιμη σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του γιατρού που χορηγεί μορφίνη και χλωροφόρμιο με σκοπό τη συμπτωματική ανακούφιση του πόνου ασθενούς με καρκίνο των ωοθηκών, παρότι μια τέτοια πράξη συντομεύει τη ζωή.

Αυτή η θεώρηση οδήγησε στον ισχυρισμό ότι οι «ηθικές αρχές» που δικαιολογούν την παθητική ευθανασία μπορούν να επεκταθούν στην ενεργό ευθανασία και στην ιατροϋποβοηθούμενη αυτοκτονία. Αντίθετος προς τον χείμαρρο αυτών των θεωριών ήταν ο Ιπποκρατικός Ορκος με τη σαφήνεια και την κατηγορηματικότητά του: «Όχι θανάσιμο φάρμακο για οποιονδήποτε ασθενή».

Τις επόμενες τρεις δεκαετίες μειώθηκε η ένταση της διαμάχης μεταξύ των υποστηρικτών και των αρνητών της ευθανασίας στις ΗΠΑ και στη Βρετανία.

Η χριστιανική τοποθέτηση στη ζωή και στο θάνατο δεν μπορεί να στηρίζει την ευθανασία. Το δικαίωμα στο θάνατο, κατά τη χριστιανική αντίληψη, δεν είναι το δικαίωμα να προκαλέσει κανείς ή να ζητήσει από τους άλλους το θάνατό του, αλλά το δικαίωμα να πεθάνει με ηρεμία, ειρήνη και αξιοπρέπεια. Η σωστή τοποθέτηση εμπεριέχεται στη ρήση «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά».

Η ευθανασία αναβίωσε στη Γερμανία το 1920, με την έκδοση του συγγράμματος των Hoch και Βinding, καθηγητών της ψυχιατρικής και νομικής αντίστοιχα, με τίτλο «Άδεια για καταστροφή της ανώφελης ζωής». Σύμφωνα με τους συγγραφείς αυτούς, ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων διανοητικά αναπήρων, με ανίατες ασθένειες ή παραμορφωμένα παιδιά, βιώνουν μια ανώφελη και ανάξια ζωή.

Αυτές οι ανάξιες ζωές κοστίζουν στο κράτος οικονομικά, αφαιμάσσουν την κοινωνία και ρυπαίνουν τη δεξαμενή των γονιδίων. Επομένως, ο θάνατος για τις ανθρώπινες αυτές κατηγορίες αποτελεί μια φιλεύσπλαχνη θεραπευτική αγωγή που είναι συμβατή με την ιατρική ηθική. Αυτή η θεωρία των Hoch και Binding έγινε αναπόσπαστο τμήμα της προπαγάνδας των Ναζί για την κάθαρση της Άριας Φυλής και ενθάρρυνε γιατρούς να υιοθετήσουν τη θανάτωση ασθενών με κίνητρο τη φιλευσπλαχνία. Με την τακτική αυτή εκτελέστηκαν συνολικά 8.000 παιδιά και 300.000 ενήλικοι.

Επιχειρήματα υπέρ της ευθανασίας
Η ιστορική διαδρομή της ευθανασίας, δείχνει ότι έχουν διαμορφωθεί δύο αντιμαχόμενες ομάδες: οι υποστηρικτές και οι αρνητές της. Στη διαμάχη αυτή συμμετέχουν γιατροί, νομικοί, φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, η Εκκλησία και το κράτος.

Τα επιχειρήματα αυτά συνοψίζονται σε 4 θέσεις:

  1. Το αυτεξούσιο του ανθρώπου: Η αυτονομία του ανθρώπου δικαιολογεί την ευθανασία. Εφόσον η κοινωνία προστατεύει το αυτεξούσιο του ανθρώπου, αυτός δύναται να επιλέγει, εκτός των άλλων, το χρόνο και τον τρόπο θανάτου του. Το άτομο έχει δικαίωμα να αρνείται τις ιατρικές παρεμβάσεις και να τερματίζει τη ζωή του όταν οι παρεμβάσεις αυτές συγκρούονται με το όραμά του για καλή ζωή. Η ζωή είναι ιερή όταν συνεισφέρει στη χαρά και στην ευτυχία. Όταν δε συμβαίνει αυτό, αλλά προσφέρει αγωνία, είναι προνόμιο κάθε ανθρώπινου όντος να αποφασίσει το τέλος της ζωής του.
  2. Η αγαθοεργία είναι συμβατή με την ευθανασία: Η αγαθοεργία δικαιολογεί την ευθανασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις η συνέχιση της ζωής του ατόμου προκαλεί περισσότερο πόνο απ? ό,τι ο θάνατος (βασανιστικές, ανίατες, επώδυνες παθήσεις). Στις περιπτώσεις αυτές ο τερματισμός της ανθρώπινης ζωής από το γιατρό είναι όχι μόνο ηθικά σωστός, αλλά και πράξη αλτρουισμού. 
  3. Από πλευράς ηθικής, η ευθανασία δε διαφέρει κατά πολύ από τη διακοπή ή την αφαίρεση μιας υποστηρικτικής για τη ζωή του ασθενούς θεραπευτικής αγωγής. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, ο θάνατος του ασθενούς. Επίσης, ο άρρωστος που εκλιπαρεί το γιατρό να του χορηγήσει τη θανατηφόρο ένεση ή να αποσύρει την υποστηρικτική θεραπευτική αγωγή, ούτως ή άλλως συγκατατίθεται να καταλήξει. Και στις δύο περιπτώσεις η πρόθεση του γιατρού είναι η ίδια, ο τερματισμός της ανθρώπινης ζωής. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο γιατρός στην πρώτη περίπτωση χορηγεί τη θανατηφόρα ένεση, ενώ στη δεύτερη αποφεύγει την ιατρική παρέμβαση. Επομένως δεν υφίσταται ηθική διαφορά μεταξύ πρόθεσης του γιατρού, συγκατάθεσης του ασθενούς και τελικού αποτελέσματος. Με βάση αυτή τη θεώρηση δεν υφίσταται ηθική διάκριση μεταξύ ενεργού και παθητικής ευθανασίας, πράξης-παράλειψης του ιατρού, φόνου ή ευκαιρίας που δίνουν οι γιατροί στον ασθενή αφήνοντάς τον να καταλήξει. 
  4. Οι κακές συνέπειες της επιτρεπόμενης ευθανασίας είναι απώτερες και πολύ θεωρητικές. Ο ισχυρισμός ότι η επιτρεπόμενη ευθανασία υπονομεύει τη θεμελιακή ηθική υποχρέωση του γιατρού να φροντίζει τον ασθενή του, δεν ισχύει σύμφωνα με την εμπειρία της Ολλανδίας, μιας χώρας, όπου η ευθανασία έχει νομιμοποιηθεί υπό ορισμένες συνθήκες.

Ο γιατρός προβαίνει στην ευθανασία μόνο όταν υπάρχει αξίωση του ασθενούς για θάνατο, οπότε τη διενεργεί ως μια επιπρόσθετη θεραπεία. Ο «φιλεύσπλαχνος» γιατρός δε χάνει την ηθική του υποχρέωση για φροντίδα του ασθενούς, ακόμα κι όταν επιτρέπεται η ευθανασία. Κατά τη διενέργεια αυτών των θεραπευτικών προσεγγίσεων, για να αποφευχθούν ανεπιθύμητα ιατρικά συμβάματα ή λάθη γιατρών, απαραίτητη είναι η τήρηση των ακόλουθων εγγυήσεων νομιμοποίησης της ευθανασίας: 

I. Ο ασθενής που πάσχει από σοβαρή ασθένεια, πρέπει να απαιτεί το θάνατό του επανειλημμένα και πιθανώς εγγράφως.
II. Ο ασθενής να μην πάσχει από κατάθλιψη ή άλλες ψυχολογικές διαταραχές.
III. Η ευθανασία να διενεργείται από εξειδικευμένο προσωπικό που δεν πρέπει να αμείβεται για την παρέμβασή του αυτή.
IV. Το περιστατικό ευθανασίας να καταγράφεται στο ιστορικό αρχείο λεπτομερώς.
V. Τα περιστατικά ευθανασίας να αναφέρονται σε επίσημο ιατρικό φορέα ώστε να εντοπίζονται πιθανές καταχρήσεις.
To 293 άρθρο του Ολλανδικού Κώδικα καθορίζει τους ακόλουθους 3 όρους που επιτρέπουν την ευθανασία:
I. Ο ασθενής να λαμβάνει ο ίδιος την πρωτοβουλία απαιτώντας την ευθανασία κατ? επανάληψη, συνειδητά και ελεύθερα.
II. Ο ασθενής να υποφέρει, η δε μόνη ενδεδειγμένη λύση και ανακούφιση να είναι ο θάνατος,
III. Ο γιατρός που θα προβεί στην ευθανασία να ζητήσει και τη γνώμη δεύτερου γιατρού και από κοινού να συμφωνήσουν ότι η ευθανασία είναι η κατάλληλη αγωγή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επιπλέον, για το θάνατο απαιτείται ενημέρωση των αρχών.

Παρ? όλα αυτά στην καθημερινή ιατρική πράξη, τα τρία παραπάνω κριτήρια παραβιάζονται συχνά. Ακόμα, σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, οι Ολλανδοί γιατροί αναφέρουν επισήμως προοδευτικά λιγότερες περιπτώσεις ευθανασίας.

Επιχειρήματα κατά της ευθανασίας
1. Ενώ το αυτεξούσιο αποτελεί θεμελιώδη αξία, δε δικαιολογεί την ευθανασία. Όλες οι εκούσιες ενέργειες κάθε ανθρώπου, έστω και αν δε βλάπτουν τους άλλους, δεν επιτρέπονται με την επίκληση του αυτεξούσιου. Ο θάνατος αλλοτριώνει και απομακρύνει αμετάκλητα την αυτονομία και δε δικαιολογείται ούτε συγχωρείται με την επίκληση της αυτονομίας, διότι η αυτονομία είναι άμεσα συνυφασμένη με τη ζωή.

Πολλές χώρες έχουν αποποινικοποιήσει την αυτοκτονία, αναγνωρίζοντας ότι δε δύναται να διωχθεί ποινικά ένα άτομο που επιθυμεί να θανατώσει τον εαυτό του. Όμως, δεν δύναται να ισχυριστεί κάποιος ότι κατ? επέκταση επιτρέπεται και η ευθανασία, διότι δεν υπάρχει αναλογία. Η ευθανασία απαιτεί την ενεργό συμμετοχή και άλλων προσώπων, των γιατρών. Και ενώ ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να αρνηθεί τη θεραπεία, δεν έχει δικαίωμα να αναμίξει στην πράξη αυτή τους γιατρούς. Κατά συνέπεια, φαίνεται λογική η μη ανάμιξη των γιατρών σε πράξεις στις οποίες μπορεί να εμπλακούν και άλλοι, όπως συγγενείς, κληρονόμοι και νομικοί. 

2. Είναι αδιευκρίνιστο αν η αγαθοεργία δικαιολογεί τη νομιμοποίηση της ευθανασίας με το επιχείρημα ότι η ιατρική δεν επιτυγχάνει πάντα ικανοποιητικά στην ανακούφιση του πόνου των ασθενών που πάσχουν από θανατηφόρες ασθένειες. Παρ? όλα αυτά, η επιστήμη προχωρά, οργανώνει εξειδικευμένα κέντρα νοσηλείας, ανακαλύπτει νέες ανακουφιστικές μεθόδους και αναλγητικά.

3. Υπάρχει ηθική διάκριση μεταξύ ενεργού και παθητικής ευθανασίας. Η πρώτη είναι φόνος, η δεύτερη εγκατάλειψη του ασθενούς να καταλήξει. Στην ενεργό ευθανασία, ο γιατρός χορηγεί φάρμακο στον ασθενή για να τον θανατώσει, ενώ στη διακοπή ή απόσυρση της ιατρικής αγωγής, ο γιατρός απέχει, δε χορηγεί θανατηφόρο φάρμακο, αλλά αποσύρει μόνο τη φορτική, οδυνηρή και ανυπόφορη για τον άρρωστο θεραπευτική αγωγή.

4. Η νομιμοποίηση της ευθανασίας είναι επικίνδυνη δημόσια πολιτική, που δυναμιτίζει τη σχέση ασθενούς-γιατρού και την άσκηση της ιατρικής. Με αυτήν υπονομεύεται η εμπιστοσύνη του ασθενούς προς το γιατρό. Επίσης, υπονομεύει τη φιλεύσπλαχνη- ανθρώπινη φροντίδα των γιατρών προς τους πάσχοντες από ανίατα νοσήματα. Εκτός αυτού, ο γιατρός μπορεί να θεωρήσει την ευθανασία πιο εύκολη, ταχεία και αποτελεσματική μέθοδο, συγκρινόμενη με την επίμονη, συνεχή ιατρική προσπάθεια για την ανακούφιση του πάσχοντος. Ένας άλλος κίνδυνος που ελλοχεύει, είναι να εμφανίζεται η ευθανασία πιο προσοδοφόρα για το γιατρό και τους συγγενείς. Επίσης, η νομιμοποίηση της ευθανασίας επιδρά διαβρωτικά στην έννοια και στη θεώρηση των σκοπών της ιατρικής. Η θεραπεία ή η ανακούφιση του πάσχοντος μπορεί να αντικατασταθούν από τη θεώρηση του θανάτου ως θεραπείας. Στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, που έχουν νομιμοποιήσει την ευθανασία, αυτή περιγράφεται ως θεραπεία, μία επιπλέον συνταγογραφία. Ένας άλλος κίνδυνος είναι ο εξαναγκασμός του ασθενούς να επιζητεί την ευθανασία με τη σκέψη ότι η οικογένειά του θ? αντιμετωπίσει με τον τρόπο αυτό τη μειωμένη οικονομική επίπτωση και συγκινησιακή καταπόνηση. Ιδιαίτερα ο εξαναγκασμός για ευθανασία, θα επικεντρωθεί στις τάξεις των απόρων, υπερηλίκων, αναπήρων και άλλων αποδυναμωμένων ασθενών του τρίτου κόσμου, που είναι απομονωμένοι από το σύστημα υγείας. Άλλη δυσμενής συνέπεια νομιμοποίησης της ευθανασίας είναι η εμπλοκή της δικαιοσύνης (μηνύσεις, δικηγόροι) και της αστυνομίας στην άσκηση της ιατρικής. Μεγάλος κίνδυνος από τη νομιμοποίηση της ευθανασίας είναι η επέκτασή της στους διανοητικά ασθενείς, στους ασθενείς σε κωματώδη κατάσταση, σε ανάπηρα παιδιά και σε ψυχοπαθείς.

Η κατάσταση στον κόσμο
Στις περισσότερες χώρες ο όρος ευθανασία περιορίζεται στην ενεργό ευθανασία. Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία δεν υπάγεται στην ευθανασία. Στη Πολιτεία του Όρεγκον των ΗΠΑ θεωρείται νόμιμη και, παρά το όνομά της, δεν συγκαταλέγεται νομικά στις αυτοκτονίες. Η ενεργός ευθανασία με τη διακοπή θεραπείας που συντηρούν τη ζωή, θεωρείται καθολικά στις ΗΠΑ νόμιμη. Η χορήγηση αναλγητικών προς ανακούφιση του πόνου, ακόμα και αν επιταχύνει το θάνατο, έχει κριθεί νόμιμη από αρκετά δικαστήρια.

Μερικές χώρες έχουν νομιμοποιήσει την εκούσια ευθανασία, αλλά αυτή γενικά θεωρείται εγκληματική ανθρωποκτονία. Στην Ολλανδία, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο, όπου έχει νομιμοποιηθεί η ευθανασία, ακόμα θεωρείται ανθρωποκτονία, αλλά δεν διώκεται αν ο γιατρός πληροί ορισμένες νομικές εξαιρέσεις. Στη βελγική γερουσία έχει υποβληθεί νομοσχέδιο που επεκτείνει τη νομιμοποίηση της ευθανασίας σε περιπτώσεις παιδιών που βρίσκονται στο τελικό στάδιο ανίατης νόσου και υποφέρουν από αφόρητο πόνο που δεν είναι δυνατόν να καταπραϋνθεί. Τα παιδιά αυτά πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίσουν για τη ζωή τους. Στο Βέλγιο 1.432 ασθενείς έκαναν χρήση της δυνατότητας να αποφασίσουν για τη ζωή τους το 2012. Εξάλλου, πρόσφατη δημοσκόπηση φέρει τα τρία τέταρτα των πολιτών να συμφωνούν με την προτεινόμενη επέκταση της σχετικής νομοθεσίας.

Η κατάσταση στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα για την ακούσια ευθανασία ισχύει το Άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα περί ανθρωποκτονίας με συναίνεση: «Όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο γι? αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια, τιμωρείται με φυλάκιση». Με τη διατύπωση αυτή αναγνωρίζεται κατά κάποιον τρόπο η ύπαρξη ελαφρυντικού, το οποίο μπορεί να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής.

Στη χώρα μας οι οικογενειακοί δεσμοί είναι πολύ ισχυροί και οι οικογένειες φροντίζουν τους ασθενείς τους. Άλλωστε, δεν έχουν γίνει ιδιαίτερα αισθητές ομάδες πίεσης υπέρ της νομιμοποίησης της ευθανασίας. Αν κάτι αλλάξει στο νόμο, είναι ότι θα μπορούσε να γίνει διάκριση ανάμεσα σε δύο περιπτώσεις: σε εκείνες όπου εφαρμόζεται παράληψη παροχής βοήθειας για μακρότερη επιβίωση σε εκείνον που οδηγείται με βεβαιότητα στο θάνατο και δε θέλει την παράταση της ζωής του, και στις άλλες, όπου γίνεται ενεργός ευθανασία. Οι πρώτες θα μπορούσαν να αντιμετωπίζονται από νομικής πλευράς ελαφρύτερα.

Τα φλέγοντα ερωτήματα
Πολλοί είναι οι γιατροί που πιστεύουν ότι η μόνη περίπτωση στην οποία μπορεί κανείς να προβεί σε μια πράξη ευθανασίας είναι αυτή του επιβεβαιωμένου εγκεφαλικού θανάτου. Σήμερα υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια με τα οποία ο εγκεφαλικός θάνατος διαπιστώνεται με βεβαιότητα, τόσο κλινικά όσο και εργαστηριακά.

Τα σημαντικότερα επιχειρήματα όσων εναντιώνονται στην ιδέα της ευθανασίας και στη νομιμοποίησή της συνοψίζονται στα παρακάτω ερωτήματα:

  • Ποιος έχει το δικαίωμα να βλάψει ή να καταστρέψει την ανθρώπινη ζωή;
  • Πόσο σίγουρο είναι ότι δε θα διαταραχθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη που χαρακτηρίζει τη σχέση γιατρού – ασθενούς;
  • Πώς μπορεί η ευθανασία να είναι λύση, όταν σε πολλές περιπτώσεις, όπου ο θάνατος φαίνεται αναπόφευκτος, τελικά ο ασθενής αναρρώνει;
  • Πόσο αγνά και ειλικρινή είναι τα κίνητρα των συγγενών του ασθενής που ζητούν την ευθανασία του;
  • Αν γίνει λάθος διάγνωση και η πάθηση δεν είναι ανίατη;
  • Αν ο ασθενής ζητήσει ευθανασία και στη συνέχεια αλλάξει γνώμη;

Η γνώμη της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι σαφής. Η χριστιανική πίστη απέναντι στη ζωή και στο θάνατο δεν μπορεί να στηρίζει την ευθανασία. Η ζωή δεν ταυτίζεται απόλυτα με τη βιολογική ύπαρξη του ανθρώπου, ούτε ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής. Ο θάνατος είναι ένα απλό συμβάν για τη μετάβαση του ανθρώπου σε έναν άλλον τρόπο προσωπικής ύπαρξης. Η ζωή δεν ανήκει στον άνθρωπο, αλλά στο Θεό, γι? αυτό και δεν μπορεί κανείς να παρεμβαίνει σε κάτι που δεν το προσδιόρισε. Ο πόνος είναι ευεργετικός στη ζωή του ανθρώπου, γιατί εκτός των άλλων αναπτύσσει και ισχυρούς δεσμούς αγάπης μεταξύ των ανθρώπων.

Απόλυτες απαντήσεις σε ένα τόσο περίπλοκο θέμα όπως η ευθανασία, δεν μπορούν εύκολα να δοθούν. Το πρόβλημα της ευθανασίας θα μπορούσε να μετουσιωθεί σε μια απαίτηση για περισσότερο ανθρώπινη αντιμετώπιση του αρρώστου. Ο γιατρός συμπονά βαθιά τον ασθενή και κάνει ό,τι μπορεί για να τον ανακουφίσει. Έχει ορκιστεί να σώζει ζωές πέραν κάθε φιλοσοφικής ή κοινωνικής θεώρησης και πρέπει να μείνει πιστός στον όρκο αυτό και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει κριτής, πολύ δε περισσότερο εκτελεστικό όργανο.

Bιβλιογραφία
1. Bacon F. The major works by Francis Bacon. Brian Vickers pp: 630.
2. Kountouras J, Chatzopoulos, Zanos C. Euthanasia. Forum of Clinical Oncology 2003; 2 (2): 148-156.
3. Oddie G. The moral case for the legislation of voluntary euthanasia. Law Rev 1998; 28: 207-214.
4. Dickinson GE, Lancastes CJ, Clark D. UK physicians? attitudes toward active voluntary euthanasia and physician-assisted suicide. Death Stud 2002; 26: 479-490.
5. Akabayashi A. Euthanasia, assisted suicide and cessation of life support. Vapan?s policy law. Soc Sci Med 2002: Med: 55: 517-527.
6. Mystakidou K, Patra E, Tsilika E, et al. The evolution of Euthanasia and its perceptions in Greek Culture and Civilization. Perspectives in Biology and Medicine 2005; 48 (1): 97-98.
7. Otani, Izumi. CGood Manner of DyingE as a Normative Concept: CAutocideE, CGranny DumpingE and Discussions on Euthanasia / Death with Dignity in Japan. International Journal of Japanese Society 2010; 19 (1) 49-63.
8. Cassel CK, Meier DE. Morals and Moralism in the debate over euthanasia and assisted suicide. N Engl. J. Med 1990; 323:750-752.
9. Kουτσελίνης Α, Μιχαλοδημητράκης Μ. Ιατρική Ευθύνη. Gutenberg, 1984.
10. Kυριλλόπουλος Μ. Ευθανασία. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα 1984; τόμος 25: 97-98.
11. Γαρδίκας Κ. Ευθανασία. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 1998; τόμος 13.
12. Cohen – Almagor R. Belgian euthanasia law: a critical analysis. J. Med Ethics 35.7: 436-439.

Ιούλιος, 2014