HYGEIA Hospital
ΜΗΤΕΡΑ
Παίδων ΜΗΤΕΡΑ
ΛΗΤΩ Μαιευτικό, Γυναικολογικό & Χειρουργικό Κέντρο
Y-Logimed Α.Ε.
AlfaLab | Kέντρο Μοριακής Βιολογίας & Κυτταρογενετικής
Beatific® | Super-effective Anti-aging Skincare for Face - Eyes - Body

Ουρολογία

Κλινική σημασία της ουροδυναμικής μελέτης

Ο ουροδυναμικός έλεγχος αποτελεί αναντικατάστατη διαγνωστική εξέταση για τη μελέτη της λειτουργίας των οργάνων του κατώτερου ουροποιητικού κατά τις φάσεις πλήρωσης και κένωσης.

Γράφει ο 
Ηλίας Δαβίλας 
Χειρουργός Ουρολόγος  
Κλινικός Διευθυντής του Ουροδυναμικού Τμήματος ΥΓΕΙΑ

Σκοπός της εξέτασης είναι η αναπαραγωγή των συμπτωμάτων που αναφέρει ο ασθενής, ώστε με τη μέτρηση των διαφόρων φυσιολογικών παραμέτρων να διαγνωστεί με ακρίβεια η παθολογική αιτία.

Ο ουροδυναμικός έλεγχος περιλαμβάνει την ουρορροομετρία (uroflowmetry, UFR), την κυστεομανομετρία πλήρωσης (filling cystometry, FCM), την κυστεομανομετρία ούρησης ή μελέτη πίεσης-ροής (voiding cystometry, pressure-flow study), την ηλεκτρομυογραφία (EMG) και την αναγλυφογραφία της ουρήθρας (urethral profilometry, UPM). Σε πολλές περιπτώσεις ο ουροδυναμικός έλεγχος συνδυάζεται με ταυτόχρονη ακτινοσκοπική απεικόνιση του κατώτερου ουροποιητικού (βιντεοουροδυναμική μελέτη, video-urodynamic study, VUDs). Συνιστάται στη συνεχή καταγραφή από Η/Υ των παραμέτρων του ουροποιητικού συστήματος, που σχετίζονται με τη φάση πλήρωσης της κύστης και την φάση κένωσης της κύστης (ούρηση). Η καταγραφή αυτή έχει τη μορφή διαγραμμάτων – μαθηματικών καμπυλών. Πρόκειται δηλαδή για απομίμηση της ούρησης, με τεχνητή πλήρωση της κύστης, και κατά τη διάρκεια των φάσεων παρατηρούμε την αντίδραση των μυών και των νεύρων που σχετίζονται με την ούρηση. Η διαδικασία αυτή δεν ξεπερνά τα 20 λεπτά και είναι ουσιαστικά ανώδυνη, αφού ο ασθενής αντιλαμβάνεται CενόχλησηE μάλλον παρά πόνο. Είναι, ως ένα βαθμό, επεμβατική εξέταση που απαιτεί εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, προκειμένου να εκτελεστεί και να αξιολογηθεί σωστά, ενώ απαραίτητη είναι και η καλή συνεργασία του ασθενούς.

Ο ουροδυναμικός έλεγχος αποτελεί τη μόνη μέθοδο αντικειμενικής εκτίμησης της λειτουργίας του κατώτερου ουροποιητικού και συνεπώς κρίνεται απαραίτητος στη διαγνωστική διερεύνηση των ασθενών με νευρογενή δυσλειτουργία. Κακώσεις νωτιαίου μυελού, πολλαπλή σκλήρυνση, νόσος του Parkinson, μυελομηνιγγοκήλη, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κακώσεις πυελικού πλέγματος και σακχαρώδης διαβήτης είναι παθήσεις που η συμπτωματολογία και το ιστορικό από μόνα τους μάλλον δεν φαίνεται ότι αρκούν για την απόφαση της όποιας θεραπείας.

Ακράτεια ούρων είναι η ακούσια απώλεια ούρων σε χρόνο και τόπο που δεν καθορίζονται πλήρως από το άτομο. Πρόκειται για αρκετά συχνό φαινόμενο με επιπτώσεις στο ψυχισμό, στην κοινωνική ζωή και στη σεξουαλική συμπεριφορά του πάσχοντος.

Οι ασθενείς με ακράτεια πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη κλινικό, απεικονιστικό και ουροδυναμικό έλεγχο, για να διαπιστωθεί ο τύπος της ακράτειας και έτσι να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία.

Η αξία του ελέγχου

Διερωτάται κανείς αν οι ασθενείς με προβλήματα που αφορούν στην ούρησή τους, είναι υποχρεωτικό να παραπέμπονται για ουροδυναμική εξέταση ή αν μπορεί ο ουρολόγος με μόνο το ιστορικό του ασθενούς να οδηγηθεί σε ασφαλή διάγνωση και να προχωρήσει με επιτυχία στη θεραπευτική αγωγή.

Παρότι η διαγνωστική αξία της ουροδυναμικής μελέτης αναφέρθηκε παραπάνω και φαίνεται θεωρητικά τουλάχιστον να είναι βασική εξέταση για τη διάγνωση και τη θεραπεία του ασθενούς, αυτό είναι υπό συζήτηση. Είναι δεδομένο και εύκολα κατανοητό από τον κλινικό ιατρό ότι πολλές φορές τα συμπτώματα που αναφέρει ο ασθενής και η διάγνωση στην οποία οδηγείται με βάση αυτά, δεν είναι ανάλογα με τα ουροδυναμικά ευρήματα.

Σε πρόσφατη μελέτη ένας μεγάλος αριθμός γυναικών ταξινομήθηκε σε δύο ομάδες. Στην πρώτη ομάδα χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή βασιζόμενη στο ιστορικό και την κλινική εξέταση, ενώ στην άλλη οι ασθενείς παραπέμφθηκαν για ουροδυναμικό έλεγχο. Προκαλεί εντύπωση ότι δεν φαίνεται σημαντική διαφορά στην απόκριση της θεραπείας ανάμεσα στις δυο ομάδες. Έτσι οι γυναίκες που υποβλήθηκαν σε ουροδυναμική μελέτη υπήρξαν πιο τυπικές στην παρακολούθηση και στη συχνότητα που επισκέφθηκαν το γιατρό μετά τη θεραπεία σε σχέση με αυτές που πήραν απευθείας τη θεραπεία.

Ανεξάρτητα, όμως, από τους προβληματισμούς που μπορεί να έχει κάποιος, σίγουρα η ύπαρξη του ουροδυναμικού εργαστηρίου μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι απαραίτητη σε κάθε μεγάλο νοσοκομείο. Είναι σίγουρο πως ο κλινικός γιατρός εύκολα μπορεί να βγάλει συμπεράσματα ακούγοντας τα συμπτώματα του ασθενούς και να χορηγήσει θεραπεία. Υπάρχουν όμως καταστάσεις, κυρίως παθήσεις του νευρικού συστήματος, που συνοδεύονται από διαταραχές ούρησης στις οποίες η ουροδυναμική μελέτη είναι απόλυτα απαραίτητη τόσο για τη διάγνωση όσο κυρίως για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας, αλλά και της εξέλιξης της υποκείμενης νευρολογικής νόσου. Άλλωστε, και σε απλούστερες περιπτώσεις όπως οι ακράτειες ούρων, όπου οι θεραπευτικές επιλογές είναι πολλές (φαρμακευτικές και επεμβατικές), καλό είναι, κυρίως πριν από μια χειρουργική επέμβαση, να υπάρχει ουροδυναμική τεκμηρίωση του προβλήματος για την επιλογή της καλύτερης θεραπείας.

Bιβλιογραφία
Abrams P, Cardozo L, Fall M, et al. The standardization of terminology of lower urinary tract function: report from the Standardization Sub-committee of the International Continence Society. American Journal of Obstetrics and Gynecology 2002; 187: 116-126.
Gordon E, Stanton S. Ambulatory urodynamics: do they help clinical management? British Journal of Obstetrics and Gynecology 2000; 107: 316-319.
Lose G, Fantl JA, Victor A, et al. Outcome measures for research in adult women with symptoms of lower urinary tract dysfunction. Neurology & Urodynamics 1998; 17: 255-262.
Ramsay I, Hassan A, Hunter M, et al. A randomized controlled trial of urodynamic investigation prior to conservative treatment of urinary incontinence in the female. Neurology & Urodynamics 1994; 13: 455-456. Ref Type: Abstract.
National Collaborating Center for Women’s and Children’s Health. Urinary Incontinence – The Management of Urinary Incontinence in Women. Commissioned by the National Institute for Health and Clinical Excellence 2006, Ref Type: Report.

Δεκέμβριος 2012