HYGEIA Hospital
ΜΗΤΕΡΑ
Παίδων ΜΗΤΕΡΑ
ΛΗΤΩ Μαιευτικό, Γυναικολογικό & Χειρουργικό Κέντρο
Y-Logimed Α.Ε.
AlfaLab | Kέντρο Μοριακής Βιολογίας & Κυτταρογενετικής
Beatific® | Super-effective Anti-aging Skincare for Face - Eyes - Body

Γενική Ιατρική

Το ιατρικό απόρρητο

Ένα από τα πιο ακανθώδη πεδία της ιατρικής και ειδικότερα της ιατρικής ηθικής είναι το ιατρικό απόρρητο. Όλοι οι άνθρωποι αισθανόμαστε την ανάγκη να έχουμε και να διατηρούμε έναν κύκλο από μυστικά γεγονότα στην ιδιωτική μας ζωή. Σε διαφορετική περίπτωση το άτομο θα έχανε ένα μεγάλο μέρος από την ατομικότητά του με παράλληλη απώλεια της αξιοπρέπειάς του.

Γράφουν οι
Ελπιδοφόρος Δουράτσος
Μαιευτήρας Χειρουργός Γυναικολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Πρόεδρος Επιστημονικού Συμβουλίου Μαιευτηρίου ΛΗΤΩ
Κωνσταντίνος Μαυρέλος , Μαιευτήρας Χειρουργός Γυναικολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου Μαιευτηρίου ΛΗΤΩ

Το ιατρικό απόρρητο είναι η τήρηση αυστηρής και απόλυτης μυστικότητας εκ μέρους των ιατρών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, για οποιοδήποτε στοιχείο αφορά τον ασθενή ή τους οικείους του. Ιδιαίτερα σήμερα, όπου η σφαίρα του απορρήτου με τη σύγχρονη ανάπτυξη της τεχνολογίας είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε κάθε είδους προσβολές, καθίσταται πιο επιβεβλημένη η προστασία της μυστικότητας. Επί του προκειμένου οφείλει κανείς να αναρωτηθεί πόσο εφικτή είναι σήμερα η διατήρηση του ιατρικού απορρήτου, με τόσες ετερόκλητες υπηρεσίες και οργανισμούς που εμπλέκονται κατά τη νοσηλεία ενός ατόμου, π.χ. ασφαλιστικός φορέας, ιδιωτική ασφάλεια και εμμέσως η εφορία.

Το ζήτημα
Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο ασθενών, το οποίο καθιερώθηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980, και οι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών υποχρεώνουν σε αναγραφή όλων των στοιχείων του ασθενούς, αλλά και της αιτιολογίας επίσκεψης, σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και τη διάγνωση, στοιχεία που αποτελούν μέρος του ιατρικού απορρήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση το υπουργείο Οικονομικών αντέδρασε με εκατοντάδες εκθέσεις ελέγχου και άνοιξε ένας αδυσώπητος πόλεμος, τον οποίο «πλήρωσαν» εκατοντάδες γιατροί, ενώ σύμφωνα με απόφαση του ΔΠρ.-ΑΘ.- (19322/1988, ΔΦΝ 1990, 54) έγινε δεκτό ότι το ιατρικό απόρρητο αίρεται σε μεγάλο βαθμό για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ότι δεν παραβιάζονται με τους φορολογικούς ελέγχους τα άρθρα 9 και 19 του Συντάγματος, που προσδιορίζουν ότι η προσωπική ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε ιστορικό γεγονός στην ελληνική νομολογία.

Στη βιοηθική, αλλά και στον ιπποκρατικό Όρκο θα ήταν αδιανόητη η σκέψη ότι θα μπορούσε τρίτος να παρεισφρήσει στα άδυτα των αδύτων, στην απόλυτα εμπιστευτική σχέση γιατρού και ασθενούς, που είναι το έννομο αγαθό που προστατεύεται και από τους κώδικες ιατρικής δεοντολογίας σε συνδυασμό με όλο το προστατευτικό πλαίσιο.
Το ιατρικό απόρρητο, ένα από τα πιο αρχαία και ιερά ανθρώπινα δικαιώματα, βρήκε την ωραιότερη διατύπωση στον περίφημο Όρκο του Ιπποκράτη: «Όμνυμι Απόλλωνα ιητρόν……… δ? αν εν θεραπείη ή ίδω ή ακούσω σιγήσομαι» («Ορκίζομαι στον Απόλλωνα το γιατρό ό,τι κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή δω ή ακούσω θα τα αποσιωπώ»).

Η ελληνική νομολογία
Από ιστορική άποψη προκύπτει ότι στη διάρκεια του Μεσαίωνα το ιατρικό απόρρητο αγνοήθηκε τελείως και μόλις κατά τους χρόνους της Αναγέννησης εμφανίστηκε στα κείμενα των θεολόγων της Καθολικής Εκκλησίας μαζί με το απόρρητο της εξομολόγησης. Με τη Γαλλική Επανάσταση το ιατρικό απόρρητο ενισχύθηκε σημαντικά και στη συνέχεια καθιερώθηκε νομοθετικά στο άρθρο 378 του ναπολεόντειου ποινικού κώδικα.

Έτσι, λοιπόν, το ιατρικό απόρρητο καθιερώθηκε ιστορικά και νομοθετικά ως η υποχρέωση σιωπής του ιατρού σχετικά με οτιδήποτε πληροφορήθηκε ή αντιλήφθηκε αυτός στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασθενή.
Στο ελληνικό δίκαιο το ιατρικό απόρρητο προστατεύεται αστικά και ποινικά. Υπάρχει αφενός η διάταξη του άρθρου 371ΠΚ, που απειλεί με χρηματική ποινή ή φυλάκιση μέχρις ενός έτους ιατρούς, μαίες, νοσοκόμους, φαρμακοποιούς, καθώς και τους βοηθούς τους, που παραβιάζουν το καθήκον εχεμύθειας, και αφετέρου οι διατάξεις των άρθρων 400 ΚΠολ.-Δ. και 212 ΚΠΔ, που απαγορεύουν στο δικαστή να εξετάσει ως μάρτυρες ιατρούς, φαρμακοποιούς και τους βοηθούς τους σχετικά με όσα εμπιστευτικά πληροφορήθηκαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Εξαίρεση αποτελούν περιπτώσεις όπου ειδικός νόμος τους υποχρεώνει να τα αναγγείλουν στην αρχή (αρθρ. 212 1περ.γ? ΚΠΔ) και εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος στον οποίο αφορά το απόρρητο (αρθρ.400 περ.1 ΚΠολ.-Δ.).

Επίσης αυτό το καθήκον εχεμύθειας επιβάλλεται στους ιατρούς και από το άρθρο 13 εδαφ.1 του Ν.3418/2005 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.2 του ίδιου νόμου η ανάπτυξη σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ του ιατρού και του ασθενούς αποτελεί το πιο ουσιαστικό στοιχείο για την ορθότερη άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος.

Ειδικές αναφορές
Στον ανωτέρω νόμο περιλαμβάνεται επίσης άρθρο για την υποχρέωση του ιατρού σε τήρηση αρχείου, σε ηλεκτρονική ή μη μορφή, με δεδομένα για την ασθένεια και την υγεία των ασθενών του. Για τα παραπάνω στοιχεία εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 2472/1997 για την προστασία του ατόμου, κατά τον οποίο η υγεία αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο και απολαμβάνει αυξημένης προστασίας.  Επίσης, χρειάζεται προσοχή σε μερικές περιπτώσεις όπου μία ιατρική πράξη που κατά κανόνα δημοσιοποιείται, πρέπει να τηρηθεί μυστική, σύμφωνα με επιθυμία του υποκειμένου κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών (π.χ. ένας τοκετός που συνήθως αναγγέλλεται δημόσια μπορεί να χρειαστεί, αν οι συνθήκες το υπαγορεύουν, να μείνει μυστικός).  Τέλος, οι ιατρικές πράξεις που αφορούν σε ανηλίκους έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα όσον αφορά στο ιατρικό απόρρητο, διότι αναγκαστικά εμπλέκονται και οι γονείς. Κάθε περίπτωση εξατομικεύεται ανάλογα με τις διατάξεις του αστικού κώδικα.  Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η αποκάλυψη του απόρρητου επιβάλλεται, οπότε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης (άρθρο 371 παράγραφος 4 του ποινικού κώδικα).

Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας καθορίζει τον τρόπο άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος, υποδεικνύοντας κανόνες συμπεριφοράς. Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν και το ιατρικό απόρρητο και έχουν μεγάλη σημασία για την αξίωση αποζημιώσεως, διότι θεμελιώνουν τον όρο του «παράνομου». Επίσης ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας επιτάσσει καθήκον τήρησης και διαφύλαξης του ιατρικού απορρήτου και μετά το θάνατο του ασθενή (άρθρο 13, αριθμό 6). Ρητή μνεία του ιατρικού απορρήτου γίνεται στο νέο κώδικα της Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν3418/2005) και συγκεκριμένα στο άρθρο 13 αυτού.

Το ιατρικό απόρρητο είναι έννομο αγαθό που απολαμβάνει τη μέγιστη κρατική προστασία. Η αξίωση των ασθενών για την τήρηση εκ μέρους των ιατρών του καθήκοντος εχεμύθειας θεμελιώνεται στο άρθρο 9 του Συντάγματος. Στις περισσότερες έννομες τάξεις εξακολουθεί ορθώς να προστατεύεται το ιατρικό απόρρητο, με την έννοια ότι προστατεύεται όχι μόνο το ιδιωτικό απόρρητο, αλλά και η εμπιστοσύνη του κοινού στο ιατρικό επάγγελμα-λειτούργημα, δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον της υγείας των ανθρώπων. Παράλληλα, επιβάλλεται η από μέρους του γιατρού συμμόρφωση προς το νόμο 2472/1997, κατά τον οποίο η υγεία αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο και απολαμβάνει αυξημένης προστασίας. Έτσι κάθε προσβολή των προσωπικών δεδομένων υγείας αποτελεί και παραβίαση του ιατρικού απορρήτου.

Οι εξαιρέσεις
Παρ? όλα αυτά, το ιατρικό απόρρητο κάμπτεται σημαντικά, όταν ο ίδιος ο νομοθέτης θεσπίζει εξαιρέσεις ή εφαρμόζεται το άρθρο 371 εδάφιο 4ΠΚ ή, πολύ περισσότερο, όταν ο ίδιος ο ασθενής συναινεί στη διάθεση του απορρήτου, δηλαδή στην αποκάλυψή του. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις κατά τις οποίες δημιουργείται σύγκρουση καθήκοντος, με το νόμο να συνηγορεί υπέρ της τρόπον τινά παραβίασης της εχεμύθειας. Και αναφερόμαστε στην ύπαρξη νομικού καθήκοντος του ιατρού να παραβιάσει την εχεμύθειά του, που αποκτά σημαντική αξία στην περίπτωση των μολυσμένων με τον ιό του AIDS. Σε αυτήν την περίπτωση η εγγυητική θέση του ιατρού, όταν αυτή καταφάσκεται προς όφελος εκείνου που πρέπει να ενημερωθεί, έχει το προβάδισμα έναντι του καθήκοντος σιωπής.

Επομένως, αν τότε ο ιατρός δεν αποκαλύψει στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τον επικείμενο κίνδυνο μόλυνσης και το άτομο μολυνθεί, ενδέχεται να έχει ποινικές ευθύνες για έγκλημα, που τέλεσε με παράλειψη.
Η θεμιτή παραβίαση του καθήκοντος εχεμύθειας του ιατρού προβλέπεται, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 371 4ΠΚ, αλλά και στο άρθρο 232 του νόμου 1565/1939. Έτσι ο ιατρός έχει θέση εγγυητή, που του επιβάλλει να ενημερώσει τα πρόσωπα, που κινδυνεύουν από μόλυνση.

Bιβλιογραφία
1. Αναπλιώτου – Βαζαίου Ε. Γενικές Αρχές του Ιατρικού Δικαίου. Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1993.
2. Ανδρουλιδάκη – Δημητριάδη Ι. Η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς. Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1993.
3. Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής. Ο Νέος Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν.3418/2005): Βασικές ρυθμίσεις. Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2006.
4. Σταθόπουλος Μ. Επιτομή Γενικού Ενοχικού Δικαίου. Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2004.

Ιούλιος, 2014