Λέμφωμα επιπεφυκότα: συμπτώματα, διάγνωση και σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές Πότε μια επίμονη ροζ ή «σαλμονόχρωμη» βλάβη στο μάτι χρειάζεται εξειδικευμένο έλεγχο
Γράφει η
Μαρία Πευκιανάκη
Οφθαλμίατρος
Διευθύντρια Οφθαλμο-Ογκολογικού Κέντρου Παίδων & Ενηλίκων ΥΓΕΙΑ
Το λέμφωμα του επιπεφυκότα είναι μια σπάνια κακοήθης λεμφοϋπερπλαστική νόσος, η οποία μπορεί να εμφανιστεί στην επιφάνεια του ματιού ως ανώδυνη ροζ ή χαρακτηριστικά «σαλμονόχρωμη» πάχυνση.
Επειδή συχνά εξελίσσεται αργά και μπορεί να μοιάζει με χρόνια επιπεφυκίτιδα, αλλεργία ή άλλη καλοήθη βλάβη, η διάγνωσή του ενδέχεται να καθυστερήσει. Η έγκαιρη αναγνώριση, η σωστά σχεδιασμένη βιοψία και η συνεργασία οφθαλμιάτρου, αιματολόγου, αιματοπαθολογοανατόμου και ακτινοθεραπευτή-ογκολόγου είναι καθοριστικές για την κατάλληλη αντιμετώπιση.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρόκειται για Β-κυτταρικό λέμφωμα. Ο συχνότερος ιστολογικός τύπος είναι το εξωλεμφαδενικό λέμφωμα οριακής ζώνης τύπου MALT, το οποίο συνήθως παρουσιάζει βραδεία βιολογική συμπεριφορά και πολύ καλή πρόγνωση όταν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί σωστά. Υπάρχουν, όμως, και άλλοι ιστολογικοί τύποι με διαφορετική επιθετικότητα, πρόγνωση και θεραπεία.
Η διάγνωση μιας λεμφωματικής βλάβης στον επιπεφυκότα δεν αφορά μόνο το μάτι. Μετά την ιστολογική επιβεβαίωση πρέπει να διερευνηθεί εάν η νόσος περιορίζεται στον επιπεφυκότα και τα οφθαλμικά εξαρτήματα ή αποτελεί εκδήλωση λεμφώματος και σε άλλα σημεία του οργανισμού.
Τι είναι το λέμφωμα του επιπεφυκότα;
Το λέμφωμα είναι κακοήθης κλωνικός πολλαπλασιασμός κυττάρων του λεμφικού συστήματος. Όταν αναπτύσσεται στον επιπεφυκότα, εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των λεμφωμάτων των οφθαλμικών εξαρτημάτων.
Τα λεμφώματα αυτά μπορούν να προσβάλουν:
- τον επιπεφυκότα,
- τον οφθαλμικό κόγχο,
- τα βλέφαρα,
- τον δακρυϊκό αδένα,
- και άλλες παρακείμενες δομές.
Το πρωτοπαθές λέμφωμα του επιπεφυκότα αποτελεί σημαντικό ποσοστό των λεμφωμάτων των οφθαλμικών εξαρτημάτων και η μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων είναι Β-κυτταρικής προέλευσης.
Ποιοι ιστολογικοί τύποι μπορεί να εμφανιστούν;
Δεν είναι όλα τα λεμφώματα του επιπεφυκότα ίδια. Ο συχνότερος τύπος είναι το εξωλεμφαδενικό λέμφωμα οριακής ζώνης τύπου MALT. Ο όρος MALT προέρχεται από τις λέξεις mucosa-associated lymphoid tissue, δηλαδή λεμφικός ιστός που σχετίζεται με τους βλεννογόνους.
Άλλοι τύποι που μπορεί να εμφανιστούν είναι:
- το θυλακιώδες λέμφωμα,
- το λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα,
- το διάχυτο λέμφωμα από μεγάλα Β κύτταρα,
- και, πολύ σπανιότερα, λεμφώματα Τ-κυττάρων ή NK/T κυττάρων.
Οι διαφορετικοί υπότυποι παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές ως προς τη βιολογική συμπεριφορά, την πιθανότητα συστηματικής νόσου και την απαιτούμενη θεραπεία. Επομένως, η γενική διάγνωση «λέμφωμα» δεν αρκεί για να καθοριστεί η πρόγνωση ή το θεραπευτικό πλάνο. Απαραίτητη είναι η ακριβής ιστολογική και ανοσοφαινοτυπική ταξινόμηση.
Πώς μοιάζει το λέμφωμα του επιπεφυκότα;
Η κλασική εικόνα είναι μια ροζ ή σαλμονόχρωμη, σχετικά λεία πάχυνση του επιπεφυκότα. Στην αγγλική βιβλιογραφία περιγράφεται συχνά ως salmon patch, επειδή το χαρακτηριστικό χρώμα της θυμίζει σολομό.
Η βλάβη μπορεί να είναι:
- επίπεδη ή ελαφρά υπερυψωμένη,
- λεία και σαρκώδης,
- ανώδυνη,
- μονήρης ή πολλαπλή,
- μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη.
Μπορεί να εντοπίζεται στο ορατό λευκό τμήμα του ματιού, αλλά συχνά αναπτύσσεται στις επιπεφυκοτικές πτυχές ή κάτω από τα βλέφαρα, όπου δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από τον ασθενή.
Ποια συμπτώματα προκαλεί;
Πολλοί ασθενείς δεν έχουν έντονα συμπτώματα. Το λέμφωμα του επιπεφυκότα μπορεί να προκαλέσει:
- επίμονη ερυθρότητα,
- ροζ ή σαλμονόχρωμη διόγκωση,
- αίσθημα ξένου σώματος,
- ήπιο ερεθισμό ή ξηρότητα,
- δακρύρροια,
- οίδημα του επιπεφυκότα ή του βλεφάρου.
Όταν υπάρχει ευρύτερη προσβολή των οφθαλμικών εξαρτημάτων, μπορεί να παρατηρηθεί εντονότερη διόγκωση ή μεταβολή της θέσης του βλεφάρου. Σε ορισμένους ασθενείς η βλάβη ανακαλύπτεται τυχαία κατά τη διάρκεια οφθαλμολογικής εξέτασης. Η όραση συνήθως δεν επηρεάζεται στα αρχικά στάδια, όταν η νόσος περιορίζεται στον επιπεφυκότα.
Γιατί μπορεί να μοιάζει με επιπεφυκίτιδα;
Η ερυθρότητα, το ήπιο οίδημα και ο ερεθισμός μπορούν αρχικά να αποδοθούν σε αλλεργική ή χρόνια επιπεφυκίτιδα. Ωστόσο, το λέμφωμα συχνά σχηματίζει μια εντοπισμένη, ανώδυνη και επίμονη σαρκώδη πάχυνση, η οποία δεν υποχωρεί με τα συνήθη κολλύρια.
Υπάρχει επίσης μια καλοήθης κατάσταση, η αντιδραστική λεμφοειδής υπερπλασία, η οποία μπορεί κλινικά να μοιάζει εξαιρετικά με λέμφωμα και να εμφανίζεται επίσης ως σαλμονόχρωμη βλάβη. Η διάκριση δεν μπορεί να γίνει με ασφάλεια μόνο από την εμφάνιση, τη φωτογραφία ή το OCT και απαιτεί ιστολογικό και ανοσοφαινοτυπικό έλεγχο.
Είναι κάθε σαλμονόχρωμη βλάβη λέμφωμα;
Όχι. Στη διαφορική διάγνωση περιλαμβάνονται:
- η αντιδραστική λεμφοειδής υπερπλασία,
- η χρόνια θυλακιώδης επιπεφυκίτιδα,
- η αμυλοείδωση,
- το πυογόνο κοκκίωμα,
- το κοκκίωμα από ξένο σώμα,
- επιθηλιακοί όγκοι του επιπεφυκότα,
- και άλλες καλοήθεις ή κακοήθεις βλάβες.
Ακόμη και μια κλινικά χαρακτηριστική βλάβη δεν πρέπει να θεωρείται λέμφωμα χωρίς ιστολογική επιβεβαίωση.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διαγνωστική προσέγγιση περιλαμβάνει διαδοχικά στάδια.
Πλήρης οφθαλμολογική εξέταση
Η εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία επιτρέπει την αξιολόγηση του χρώματος, της έκτασης, του πάχους, της αγγείωσης και της ακριβούς ανατομικής εντόπισης της βλάβης. Είναι σημαντικό να εξετάζεται ολόκληρος ο επιπεφυκότας και όχι μόνο η εμφανής περιοχή.
Αναστροφή των βλεφάρων
Η εσωτερική επιφάνεια των βλεφάρων και οι επιπεφυκοτικές πτυχές πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά, επειδή μπορεί να υπάρχει νόσος σε σημεία που ο ασθενής δεν μπορεί να δει στον καθρέφτη.
Φωτογραφική καταγραφή
Η φωτογράφιση είναι χρήσιμη για την τεκμηρίωση της αρχικής έκτασης, τον σχεδιασμό της βιοψίας, την αξιολόγηση της ανταπόκρισης και την έγκαιρη αναγνώριση πιθανής υποτροπής.
OCT προσθίου ημιμορίου
Το OCT μπορεί να προσφέρει συμπληρωματικές πληροφορίες για τη μορφολογία της αλλοίωσης. Οι λεμφοειδείς βλάβες μπορούν να εμφανίζονται ως σχετικά ομοιογενείς υποεπιθηλιακές μάζες κάτω από λεπτό επιθήλιο. Το OCT, όμως, δεν μπορεί να διαχωρίσει με βεβαιότητα το λέμφωμα από την καλοήθη αντιδραστική λεμφοειδή υπερπλασία.
Γιατί είναι απαραίτητη η σωστά σχεδιασμένη βιοψία;
Όταν υπάρχει κλινική υποψία λεμφώματος, η βιοψία αποτελεί βασικό βήμα για την οριστική διάγνωση. Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα να αφαιρεθεί ολόκληρη η βλάβη, αλλά να ληφθεί επαρκές και σωστά διαχειρισμένο δείγμα ιστού για ολοκληρωμένη αιματοπαθολογική αξιολόγηση.
Η εξέταση μπορεί να περιλαμβάνει:
- συμβατική ιστολογική αξιολόγηση,
- ανοσοϊστοχημεία,
- ανοσοφαινοτυπικό έλεγχο,
- κυτταρομετρία ροής,
- έλεγχο κλωνικότητας,
- και μοριακές ή γενετικές εξετάσεις σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εκ των προτέρων συνεννόηση του χειρουργού με τον αιματοπαθολογοανατόμο. Αν ολόκληρο το δείγμα τοποθετηθεί σε φορμόλη, μπορεί να χαθεί η δυνατότητα πραγματοποίησης εξετάσεων που απαιτούν νωπό ιστό, όπως η κυτταρομετρία ροής. Ένα πολύ μικρό ή κατεστραμμένο δείγμα μπορεί επίσης να μην επιτρέψει αξιόπιστη διάκριση μεταξύ αντιδραστικής υπερπλασίας και λεμφώματος ή πλήρη ταξινόμηση του υποτύπου.
Γιατί δεν αρκεί απλώς να αφαιρεθεί ολόκληρη η βλάβη;
Το λέμφωμα δεν συμπεριφέρεται όπως ένας απλός συμπαγής όγκος που θεραπεύεται απαραίτητα με πλήρη χειρουργική αφαίρεση. Τα λεμφωματικά κύτταρα μπορεί να παρουσιάζουν μικροσκοπική επέκταση πέρα από τα ορατά όρια.
Η προσπάθεια ευρείας πλήρους εκτομής δεν αποτελεί συνήθως την κύρια οριστική θεραπεία και μπορεί να προκαλέσει περιττή ουλοποίηση της οφθαλμικής επιφάνειας χωρίς να εξασφαλίσει την εξάλειψη όλης της νόσου. Η βιοψία πραγματοποιείται πρωτίστως για τη διάγνωση και την ταξινόμηση. Μόνο σε εξαιρετικά επιλεγμένες, μικρές και σαφώς περιγεγραμμένες βλάβες μπορεί η εκτομή να έχει παράλληλα και θεραπευτικό ρόλο.
Χρειάζεται έλεγχος και στο υπόλοιπο σώμα;
Ναι. Μετά την επιβεβαίωση λεμφώματος του επιπεφυκότα απαιτείται συστηματική αιματολογική και ογκολογική σταδιοποίηση. Η βλάβη μπορεί να αποτελεί πρωτοπαθές λέμφωμα που περιορίζεται στα οφθαλμικά εξαρτήματα ή την πρώτη εμφανή εκδήλωση ευρύτερης λεμφωματώδους νόσου.
Η σταδιοποίηση εξατομικεύεται ανάλογα με τον ιστολογικό υπότυπο και μπορεί να περιλαμβάνει:
- γενική αίματος και βιοχημικό έλεγχο,
- LDH και άλλες αιματολογικές εξετάσεις,
- MRI ή CT οφθαλμικών κόγχων,
- PET/CT ή άλλη απεικόνιση του σώματος,
- και, σε επιλεγμένους ασθενείς, έλεγχο του μυελού των οστών.
Η ακριβής έκταση του ελέγχου καθορίζεται από τον αιματολόγο/ογκολόγο βάσει του υποτύπου, του σταδίου και του συνολικού ιστορικού.
Πώς αντιμετωπίζεται το λέμφωμα του επιπεφυκότα;
Δεν υπάρχει μία θεραπεία κατάλληλη για όλους. Η επιλογή εξαρτάται από:
- τον ακριβή ιστολογικό υπότυπο,
- το εάν η νόσος είναι μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη,
- το εάν περιορίζεται στον επιπεφυκότα,
- το εάν προσβάλλονται άλλες δομές των οφθαλμικών εξαρτημάτων,
- την παρουσία ή όχι συστηματικού λεμφώματος,
- προηγούμενες θεραπείες,
- την ηλικία, τη γενική κατάσταση και τις προτιμήσεις του ασθενούς.
Η θεραπευτική απόφαση λαμβάνεται πολυεπιστημονικά.
Εξωτερική ακτινοθεραπεία
Για τα εντοπισμένα, χαμηλού βαθμού λεμφώματα του επιπεφυκότα, ιδιαίτερα το εξωλεμφαδενικό λέμφωμα οριακής ζώνης τύπου MALT και ορισμένα θυλακιώδη λεμφώματα, η εξωτερική ακτινοθεραπεία αποτελεί καθιερωμένη και ιδιαίτερα αποτελεσματική θεραπεία.
Η συνήθης θεραπευτική δόση για μακροχρόνιο τοπικό έλεγχο είναι περίπου 24–25 Gy, χορηγούμενη σε διαδοχικές συνεδρίες. Ο σχεδιασμός πρέπει να καλύπτει την απαιτούμενη επιφάνεια του επιπεφυκότα και να περιορίζει, όσο είναι δυνατόν, την ακτινοβολία σε ευαίσθητες οφθαλμικές δομές.
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακτινοθεραπεία πολύ χαμηλής δόσης, όπως 4 Gy σε δύο συνεδρίες, συνήθως με επανεκτίμηση της ανταπόκρισης και δυνατότητα συμπληρωματικής θεραπείας. Πρόκειται για χρήσιμη στρατηγική σε κατάλληλους ασθενείς, αλλά η συμβατική δόση των 24–25 Gy διαθέτει ισχυρότερη τεκμηρίωση για σταθερό μακροχρόνιο τοπικό έλεγχο.
Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι:
- παροδικός ερεθισμός ή επιπεφυκίτιδα,
- ξηροφθαλμία,
- κερατίτιδα,
- καταρράκτης,
- και σπανιότερα άλλες όψιμες επιπλοκές.
Η πιθανότητα και η βαρύτητά τους εξαρτώνται από τη συνολική δόση, το πεδίο, την τεχνική και τις οφθαλμικές δομές που ακτινοβολούνται.
Ενδοβλαβικό rituximab
Το rituximab είναι μονοκλωνικό αντίσωμα που στοχεύει το αντιγόνο CD20 των Β λεμφοκυττάρων. Σε επιλεγμένους ασθενείς με εντοπισμένο, χαμηλού βαθμού, CD20-θετικό Β-κυτταρικό λέμφωμα μπορεί να χορηγηθεί με εγχύσεις στην περιοχή της βλάβης από εξειδικευμένη ομάδα.
Οι δημοσιευμένες σειρές αναφέρουν υψηλά ποσοστά ανταπόκρισης και γενικά καλή τοπική ανοχή. Ωστόσο, τα δεδομένα προέρχονται κυρίως από μικρές σειρές ασθενών και η μακροχρόνια τεκμηρίωση είναι μικρότερη από εκείνη της ακτινοθεραπείας. Επομένως, το ενδοβλαβικό rituximab αποτελεί σημαντική εξατομικευμένη επιλογή, αλλά όχι υποχρεωτικά την κατάλληλη πρώτη θεραπεία για κάθε ασθενή.
Τοπική ανοσοθεραπεία με interferon-α2b
Η interferon-α2b έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως με υποεπιπεφυκοτικές ή ενδοβλαβικές εγχύσεις σε εντοπισμένα λεμφώματα χαμηλού βαθμού, ιδιαίτερα τύπου MALT. Μπορεί να προσφέρει μακροχρόνια ανταπόκριση με διατήρηση των οφθαλμικών ιστών.
Η διαθέσιμη τεκμηρίωση, όμως, βασίζεται κυρίως σε μικρές σειρές περιστατικών. Η θεραπεία απαιτεί επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις και μπορεί να προκαλέσει παροδικό οίδημα ή αιμορραγία του επιπεφυκότα, τοπικό πόνο, αίσθημα καύσου και συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη. Χρησιμοποιείται μόνο σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς και από εξειδικευμένη ομάδα.
Συστηματικό rituximab και άλλες συστηματικές θεραπείες
Όταν υπάρχει συστηματική νόσος, πολλαπλή ή αμφοτερόπλευρη προσβολή, υποτροπή ή περισσότερο επιθετικός ιστολογικός τύπος, μπορεί να απαιτηθεί συστηματική θεραπεία.
Ανάλογα με τον υπότυπο και το στάδιο μπορούν να χρησιμοποιηθούν:
- συστηματικό rituximab,
- χημειοθεραπεία,
- συνδυασμένα ανοσοχημειοθεραπευτικά σχήματα,
- ή άλλες στοχευμένες αιματολογικές θεραπείες.
Ένα επιθετικό λέμφωμα, όπως το διάχυτο λέμφωμα από μεγάλα Β κύτταρα, ή ένα λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα αντιμετωπίζεται διαφορετικά από ένα εντοπισμένο MALT lymphoma και συνήθως απαιτεί συστηματικό αιματολογικό θεραπευτικό σχεδιασμό.
Οι σύγχρονες στοχευμένες θεραπείες και ανοσοθεραπείες αποτελούν σημαντική εξέλιξη, αλλά τα δεδομένα για το λέμφωμα του επιπεφυκότα προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από μικρές σειρές. Δεν αντικαθιστούν αυτομάτως τις καθιερωμένες θεραπείες και επιλέγονται βάσει υποτύπου, σταδίου και εξατομικευμένης εκτίμησης.
Χρειάζεται ποτέ μόνο παρακολούθηση;
Σε επιλεγμένους ασθενείς με πολύ βραδεία, χαμηλού βαθμού και περιορισμένη νόσο μπορεί να επιλεγεί αρχικά ενεργός παρακολούθηση. Η επιλογή «watch and wait» δεν σημαίνει ότι το λέμφωμα θεωρείται ασήμαντο. Προϋποθέτει ιστολογική διάγνωση, ολοκληρωμένη σταδιοποίηση και τακτικό έλεγχο από την εξειδικευμένη οφθαλμολογική και αιματολογική ομάδα.
Έχουν θέση τα αντιβιοτικά;
Έχει διερευνηθεί η σχέση ορισμένων MALT λεμφωμάτων των οφθαλμικών εξαρτημάτων με λοιμώδεις παράγοντες, ιδιαίτερα το Chlamydia psittaci. Η συσχέτιση, όμως, παρουσιάζει σημαντικές γεωγραφικές διαφορές και η ανταπόκριση στα αντιβιοτικά δεν είναι προβλέψιμη.
Η εμπειρική χορήγηση αντιβιοτικών σε κάθε ασθενή με λέμφωμα του επιπεφυκότα δεν αποτελεί γενικό κανόνα θεραπείας. Μπορεί να εξεταστεί μόνο σε κατάλληλα επιλεγμένες περιπτώσεις, μετά από αιματολογική αξιολόγηση, και δεν πρέπει να καθυστερεί μια ενδεδειγμένη και αποδεδειγμένα αποτελεσματική ογκολογική θεραπεία.
Ποια είναι η πρόγνωση;
Η πρόγνωση εξαρτάται κυρίως από τον ιστολογικό υπότυπο και το στάδιο. Τα χαμηλού βαθμού λεμφώματα, όπως το εξωλεμφαδενικό λέμφωμα οριακής ζώνης/MALT, έχουν συνήθως πολύ καλή πρόγνωση και εξαιρετικό τοπικό έλεγχο με την κατάλληλη θεραπεία.
Οι περισσότερο επιθετικοί ιστολογικοί τύποι απαιτούν συστηματικότερη θεραπεία και έχουν διαφορετική πρόγνωση. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να γίνεται γενική πρόβλεψη πριν ολοκληρωθούν η ακριβής ιστολογική ταξινόμηση και η σταδιοποίηση.
Μπορεί να υποτροπιάσει;
Ναι. Το λέμφωμα μπορεί:
- να επανεμφανιστεί στον ίδιο επιπεφυκότα,
- να εμφανιστεί στο άλλο μάτι,
- να προσβάλει άλλο τμήμα των οφθαλμικών εξαρτημάτων,
- ή να εκδηλωθεί συστηματικά σε μεταγενέστερο χρόνο.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται μακροχρόνια παρακολούθηση ακόμη και μετά από πλήρη τοπική ανταπόκριση.
Τι περιλαμβάνει η παρακολούθηση;
Η παρακολούθηση γίνεται παράλληλα από την οφθαλμολογική και την αιματολογική/ογκολογική ομάδα.
Ο οφθαλμολογικός έλεγχος περιλαμβάνει:
- εξέταση ολόκληρης της οφθαλμικής επιφάνειας,
- αναστροφή των βλεφάρων,
- εξέταση και του άλλου ματιού,
- φωτογραφική τεκμηρίωση,
- έλεγχο για υποτροπή,
- παρακολούθηση πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών της θεραπείας.
Η συχνότητα της αιματολογικής παρακολούθησης και οι απαιτούμενες εξετάσεις εξαρτώνται από τον υπότυπο, το αρχικό στάδιο, τη θεραπεία, την ανταπόκριση και τον κίνδυνο υποτροπής.
Πότε μπορεί να είναι χρήσιμη μια εξειδικευμένη δεύτερη γνώμη;
Εξειδικευμένη αξιολόγηση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν:
- υπάρχει επίμονη σαλμονόχρωμη βλάβη χωρίς σαφή διάγνωση,
- έχει προηγηθεί θεραπεία για επιπεφυκίτιδα χωρίς υποχώρηση,
- η βιοψία αναφέρει άτυπη ή αντιδραστική λεμφοειδή υπερπλασία,
- δεν είναι σαφές εάν πρόκειται για αντιδραστική υπερπλασία ή λέμφωμα,
- έχει τεθεί διάγνωση MALT ή άλλου λεμφώματος,
- δεν έχει πραγματοποιηθεί συστηματική σταδιοποίηση,
- έχει προταθεί ευρεία χειρουργική αφαίρεση χωρίς αιματολογική αξιολόγηση,
- υπάρχουν διαφορετικές θεραπευτικές προτάσεις,
- ή έχει εμφανιστεί υποτροπή.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι χρήσιμη και η επανεκτίμηση του βιοπτικού υλικού από αιματοπαθολογοανατόμο με ειδική εμπειρία στα λεμφώματα.
Συχνές ερωτήσεις
Είναι το λέμφωμα του επιπεφυκότα καρκίνος;
Ναι. Το λέμφωμα είναι κακοήθης κλωνικός πολλαπλασιασμός λεμφοκυττάρων. Πολλοί από τους συχνότερους τύπους του επιπεφυκότα είναι χαμηλού βαθμού και έχουν πολύ καλή πρόγνωση, αλλά απαιτούν σωστή διάγνωση, σταδιοποίηση, θεραπευτικό σχεδιασμό και παρακολούθηση.
Είναι το MALT lymphoma επιθετικό;
Συνήθως πρόκειται για βραδέως εξελισσόμενο λέμφωμα χαμηλού βαθμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται αξιολόγηση ή θεραπεία. Η ατομική πρόγνωση εκτιμάται μετά την πλήρη σταδιοποίηση.
Χρειάζεται πάντα βιοψία;
Όταν υπάρχει πραγματική κλινική υποψία λεμφώματος, η ιστολογική επιβεβαίωση είναι απαραίτητη. Ασφαλής διάγνωση δεν μπορεί να τεθεί μόνο από τη φωτογραφία ή το OCT.
Χρειάζεται να αφαιρεθεί ολόκληρη η βλάβη;
Όχι απαραίτητα. Συνήθως χρειάζεται επαρκής βιοψία για τη διάγνωση και την ταξινόμηση. Η οριστική αντιμετώπιση μπορεί να είναι ακτινοθεραπεία, τοπική ανοσοθεραπεία, συστηματική θεραπεία ή, σε επιλεγμένους ασθενείς, παρακολούθηση.
Είναι η ανοσοθεραπεία κατάλληλη για όλους;
Όχι. Το ενδοβλαβικό ή συστηματικό rituximab αφορά κυρίως CD20-θετικά Β-κυτταρικά λεμφώματα, ενώ η interferon-α2b έχει μελετηθεί κυρίως σε εντοπισμένα χαμηλού βαθμού λεμφώματα. Η επιλογή γίνεται εξατομικευμένα και δεν αντικαθιστά αυτομάτως την ακτινοθεραπεία.
Χρειάζεται PET/CT;
Μπορεί να αποτελεί μέρος της συστηματικής σταδιοποίησης. Η ανάγκη και το ακριβές πρωτόκολλο αποφασίζονται από την αιματολογική/ογκολογική ομάδα βάσει του υποτύπου και του ιστορικού.
Μπορεί να εμφανιστεί και στα δύο μάτια;
Ναι. Για τον λόγο αυτό πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά και οι δύο οφθαλμοί.
Πότε πρέπει να ζητήσετε εξειδικευμένη αξιολόγηση;
Οφθαλμολογική εκτίμηση είναι σημαντική όταν υπάρχει:
- επίμονη ροζ ή σαλμονόχρωμη πάχυνση του επιπεφυκότα,
- βλάβη που δεν υποχωρεί με τη συνήθη θεραπεία για επιπεφυκίτιδα,
- σταδιακή αύξηση μιας ανώδυνης μάζας,
- επαναλαμβανόμενο οίδημα στο ίδιο σημείο,
- αντίστοιχη βλάβη και στο άλλο μάτι,
- ιστορικό λεμφώματος,
- ιστολογικό αποτέλεσμα που αναφέρει λεμφοειδή υπερπλασία ή πιθανό λέμφωμα,
- ανάγκη σωστά σχεδιασμένης βιοψίας ή δεύτερης γνώμης.
Η παραπομπή για εξειδικευμένη αξιολόγηση δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια βλάβη είναι κακοήθης. Αρκετές καλοήθεις και φλεγμονώδεις παθήσεις μπορούν να έχουν παρόμοια εμφάνιση.
Το βασικό μήνυμα
Το λέμφωμα του επιπεφυκότα είναι μια σπάνια κακοήθεια που συχνά εμφανίζεται ως ανώδυνη ροζ ή σαλμονόχρωμη βλάβη στην επιφάνεια του ματιού. Μπορεί να εξελίσσεται αργά και να μοιάζει με επιπεφυκίτιδα ή άλλη καλοήθη κατάσταση.
Η σωστή αντιμετώπιση βασίζεται:
- στην πλήρη οφθαλμολογική εξέταση,
- στην κατάλληλα σχεδιασμένη βιοψία,
- στην ιστολογική και ανοσοφαινοτυπική ταξινόμηση,
- στη συστηματική σταδιοποίηση,
- στην εξατομικευμένη επιλογή μεταξύ ακτινοθεραπείας, τοπικής ή συστηματικής ανοσοθεραπείας και άλλων θεραπειών,
- στη συνεργασία εξειδικευμένης πολυεπιστημονικής ομάδας,
- και στη μακροχρόνια παρακολούθηση.
Στα εντοπισμένα λεμφώματα χαμηλού βαθμού, η πρόγνωση και ο τοπικός έλεγχος είναι συνήθως εξαιρετικά με την κατάλληλη θεραπεία. Η ακριβής εκτίμηση κάθε ασθενούς εξαρτάται, όμως, από τον συγκεκριμένο ιστολογικό υπότυπο και από το εάν υπάρχει νόσος σε άλλα σημεία του οργανισμού.
Για αξιολόγηση ύποπτης βλάβης του επιπεφυκότα, διερεύνηση λεμφώματος επιπεφυκότα, σχεδιασμό βιοψίας ή δεύτερη γνώμη, οι ασθενείς μπορούν να απευθύνονται στο Οφθαλμο-Ογκολογικό Κέντρο Παίδων & Ενηλίκων του ΥΓΕΙΑ.
Ενδεικτική επιστημονική τεκμηρίωση
- McGrath LA, Ryan DA, Warrier SK, Coupland SE, Glasson WJ. Conjunctival Lymphoma. Eye. 2023;37:837–848. doi:10.1038/s41433-022-02176-2.
- Serbest Ceylanoglu K, Guneri Beser B, Singalavanija T, et al. Targeted Therapy and Immunotherapy for Advanced Malignant Conjunctival Tumors: Systematic Review. Ophthalmic Plast Reconstr Surg. 2024;40(1):18–29. doi:10.1097/IOP.0000000000002488.
- Yahalom J, Illidge T, Specht L, et al. Modern Radiation Therapy for Extranodal Lymphomas: Field and Dose Guidelines From the International Lymphoma Radiation Oncology Group. Int J Radiat Oncol Biol Phys. 2015;92:11–31.
- Zucca E, Arcaini L, Buske C, et al. Marginal zone lymphomas: ESMO Clinical Practice Guidelines for diagnosis, treatment and follow-up. Ann Oncol. 2020;31:17–29.


































